Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χύμα < ελληνιστική κοινή χύμα < χέω (ομόρριζο του χυμός)

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

χύμα

  1. για τρόφιμα ή ποτά που πωλούνται χωρίς να είναι συσκευασμένα ή εμφιαλωμένα
  2. για αντικείμενα που τοποθετούνται κάπου χωρίς τάξη
  3. (μεταφορικά) για άνθρωπο που δεν έχει τάξη στη ζωή του

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική χύμα χύματε χύματα
Γενική χύματος χυμάτοιν χυμάτων
Δοτική χύματι χυμάτοιν χύμασι
Αιτιατική χύμα χύματε χύματα
Κλητική χύμα χύματε χύματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χύμα < χέω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χύμα ουδέτερο και χῦμα

  1. υγρό που χύνεται ή ρέει
  2. ράβδος (χρυσού)
  3. άτακτη μάζα
  4. συστατικό