Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χυμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χύνω.
↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο χυμένος η χυμένη το χυμένο
      γενική του χυμένου της χυμένης του χυμένου
    αιτιατική τον χυμένο τη χυμένη το χυμένο
     κλητική χυμένε χυμένη χυμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι χυμένοι οι χυμένες τα χυμένα
      γενική των χυμένων των χυμένων των χυμένων
    αιτιατική τους χυμένους τις χυμένες τα χυμένα
     κλητική χυμένοι χυμένες χυμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  ΜετοχήΕπεξεργασία

χυμένος

  1. που έχει χυθεί
    χυμένο στο πάτωμα, χυμένος σε καλούπι Αμάν πια με τους χυμένους καφέδες πάνω στο πληκτρολόγιο
  2. που έχει λυθεί, που είναι χυτός
    με τα μαλλιά χυμένα στους ώμους
  3. που έχει ορμήσει παράφορα, σαν ποταμός
    Ηταν χυμένος επάνω της και η κοπέλα δεν ήξερε από πού να φύγει
    Ο κόσμος ήταν χυμένος στους δρόμους, ανάστατος...
  4. χαλαρωμένος σε βαθμό υπερβολικό, σχεδόν ξαπλωμένος ή και όντως ξαπλωμένος, σε κατάσταση όμως αφύσικη
    Κάθεσαι χυμένος στο γραφείο και παριστάνεις ότι δουλεύεις
    Ηταν σκνίπα στο μεθύσι, τον βρήκα λιώμα, χυμένο στο πάτωμα


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία