Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική χῦμα χύματε χύματα
Γενική χύματος χυμάτοιν χυμάτων
Δοτική χύματι χυμάτοιν χύμασι
Αιτιατική χῦμα χύματε χύματα
Κλητική χῦμα χύματε χύματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χῦμα < χέω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χῦμα ουδέτερο

  1. αυτό που χύνεται
  2. ρευστό
  3. υγρό
  4. (μεταφορικά) πλημμύρα