Δείτε επίσης: ψήγμα

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική ψῆγμα ψήγματε ψήγματα
Γενική ψήγματος ψηγμάτοιν ψηγμάτων
Δοτική ψήγματι ψηγμάτοιν ψήγμασι
Αιτιατική ψῆγμα ψήγματε ψήγματα
Κλητική ψῆγμα ψήγματε ψήγματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψῆγμα < ψήχω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψῆγμα ουδέτερο

  1. απόξεσμα, μικρό τεμάχιο, ρίνισμα, κόνις
    ψῆγμα χρυσοῦ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία