{{δείτε|: ψάω

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψήω < το θέμα ψη- (με πρόσφυμα j + ω = ψήjω = ψήω-ψῶ)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ψήω-ψῶ

  1. ξύνω, τρίβω ελαφρά, ψηλαφώ, ψαύω, αποσπογγίζω: τύπος του ψάω. Απαντάται κυρίως σε σύνθετα

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  • ψήν-ηνός,μικρό έντομο που αναπτύσσεται στο καρπό της αγριοσυκιάς
  • ο καρπός του αρσενικού φοίνικα
  • ψήνες, κωμωδία του Μάγνη.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία