Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψηλαφώ < αρχαία ελληνική ψηλαφάω-ῶ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /psi.la.ˈfɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

ψηλαφώ και ψηλαφίζω

  1. αγγίζω κάτι πολύ απαλά, με τις άκρες των δαχτύλων
  2. (ειδικότερα) εξετάζω κάτι ψάχνοντας με τα δάχτυλα
  3. (κατ’ επέκταση) αγγίζω με τρυφερότητα, χαϊδεύω
    συνώνυμα: θωπεύω
  4. (μεταφορικά) εξετάζω ένα θέμα επιφανειακά κι όχι εξαντλητικά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ψηλαφώΕπεξεργασία


ψηλαφίζωΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία