↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ψηλαφιστός η ψηλαφιστή το ψηλαφιστό
      γενική του ψηλαφιστού της ψηλαφιστής του ψηλαφιστού
    αιτιατική τον ψηλαφιστό την ψηλαφιστή το ψηλαφιστό
     κλητική ψηλαφιστέ ψηλαφιστή ψηλαφιστό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ψηλαφιστοί οι ψηλαφιστές τα ψηλαφιστά
      γενική των ψηλαφιστών των ψηλαφιστών των ψηλαφιστών
    αιτιατική τους ψηλαφιστούς τις ψηλαφιστές τα ψηλαφιστά
     κλητική ψηλαφιστοί ψηλαφιστές ψηλαφιστά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ψηλαφιστός < ψηλαφίζω + -τός

  Επίθετο

επεξεργασία

ψηλαφιστός, -ή, -ό

  Μεταφράσεις

επεξεργασία