Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ψήγμα τα ψήγματα
      γενική του ψήγματος των ψηγμάτων
    αιτιατική το ψήγμα τα ψήγματα
     κλητική ψήγμα ψήγματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψήγμα < αρχαία ελληνική ψῆγμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψήγμα ουδέτερο

  1. ό,τι προέρχεται από τριβή και απόξεση, απόξεσμα, ρίνισμα
  2. (ιδίως στον πληθυντικό) ψήγματα, λεπτότατα κομμάτια μετάλλου
    • ψήγματα χρυσού
  3. (μεταφορικά) (συνήθως αρνητικά): ελάχιστη ποσότητα, ελάχιστο δείγμα, ίχνος
    • τα λεγόμενά του είναι ζήτημα εάν περιέχουν ψήγμα αλήθειας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία