Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική χάρμα
γενική -
αιτιατική χάρμα
κλητική -
Ως κύριο όνομα (τοπωνύμιο)
έχει τη γενική Χάρματος

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χάρμα < αρχαία ελληνική χάρμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χάρμα ουδέτερο

  • κάτι το πολύ ωραίο, το εξαιρετικό (που μας ευχαριστεί, καθώς το κοιτάζουμε)
    χάρμα το καινούριο συνολάκι σου!

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

χάρμα ουδέτερο

  • πολύ ωραία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική χάρμα χάρματε χάρματα
Γενική χάρματος χαρμάτοιν χαρμάτων
Δοτική χάρματι χαρμάτοιν χάρμασι
Αιτιατική χάρμα χάρματε χάρματα
Κλητική χάρμα χάρματε χάρματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χάρμα < χαίρω + -μα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χάρμα ουδέτερο

  1. κάτι που προξενεί χαρά
  2. η χαρά
  3. χαρά από κάτι αρνητικό, η χαιρεκακία