Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τέλμα τέλματα
γενική τέλματος τελμάτων
αιτιατική τέλμα τέλματα
κλητική τέλμα τέλματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέλμα < αρχαία ελληνική τέλμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τέλμα ουδέτερο

  1. (κυριολεκτικά) έκταση με λιμνάζοντα νερά
      συνώνυμα: βάλτος, έλος
    στα ανατολικά του φράγματος υπάρχει ένα μικρό τέλμα, εποχιακής πλήρωσης με νερό των βροχών
  2. (μεταφορικά) κατάσταση που δεν προχωράει, δεν αλλάζει, που χαρακτηρίζεται από ακινησία ή αδράνεια
    • μετά την αποτυχία του στις εξετάσεις έχει βυθιστεί σε ένα τέλμα
    • Στο τέλμα της ύφεσης η ελληνική οικονομία (*)
      συνώνυμα: στασιμότητα

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική τέλμα τέλματε τέλματα
Γενική τέλματος τελμάτοιν τελμάτων
Δοτική τέλματι τελμάτοιν τέλμασι
Αιτιατική τέλμα τέλματε τέλματα
Κλητική τέλμα τέλματε τέλματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέλμα < τέλλω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τέλμα ουδέτερο

  1. όπως και στα νέα ελληνικά έκταση με λιμνάζοντα νερά, λίμνη, βάλτος, έλος...
    ὄμβριον ὕδωρ ἂν εἴχετ᾽ ἐν τοῖς τέλμασιν (Αριστοφάνης, Ὄρνιθες, 1593)
  2. χαμηλά εδάφη που κινδυνεύουν από πλημμύρες
    ἐπεὰν δὲ πληθύνεσθαι ἄρχηται ὁ Νεῖλος, τά τε κοῖλα τῆς γῆς καὶ τὰ τέλματα τὰ παρὰ τὸν ποταμὸν πρῶτα ἄρχεται πίμπλασθαι διηθέοντος τοῦ ὕδατος ἐκ τοῦ ποταμοῦ: καὶ αὐτίκα τε πλέα γίνεται ταῦτα καὶ παραχρῆμα ἰχθύων σμικρῶν πίμπλαται πάντα (Ηρόδοτος, 2,93,5)
  3. η λάσπη λιμνάζοντος ύδατος, η ιλύς, ο βόρβορος
  4. ο πηλός που χρησιμοποιείται από τους χτίστες, λάσπη, ασβεστοκονία(μα)
    τέλματι χρεώμενοι ἀσφάλτῳ (Ηρόδοτος, 1, 79)

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία