Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική τελμίς τελμῖνε τελμῖνες
Γενική τελμῖνος τελμίνοιν τελμίνων
Δοτική τελμῖνι τελμίνοιν τελμῖσι(ν)
Αιτιατική τελμῖνα τελμῖνε τελμῖνας
Κλητική τελμίς τελμῖνε τελμῖνες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τελμίς < τέλλω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τελμίς θηλυκό

  1. έκταση με λιμνάζοντα νερά, τέλμα, λίμνη, βάλτος, έλος...
  2. η λάσπη λιμνάζοντος ύδατος, η ιλύς, ο βόρβορος
  3. ο πηλός που χρησιμοποιείται από τους χτίστες, λάσπη, ἰλύς, ασβεστοκονία(μα)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία