Δείτε επίσης: βαλτός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βάλτος οι βάλτοι
      γενική του βάλτου των βάλτων
    αιτιατική τον βάλτο τους βάλτους
     κλητική βάλτε βάλτοι
Παράρτημα
 
βάλτος στη Γερμανία
(φωτο: Jan van der Crabben)

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βάλτος < μεσαιωνική ελληνική βάλτος < σλαβική блато < πρωτοσλαβική *bolto (βάλτος, έλος)(Χρειάζεται τεκμηρίωση…)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈval.tɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βάλτος αρσενικό

  1. (γεωγραφία) έκταση γης πλημμυρισμένη από γλυκό νερό με χαρακτηριστική βλάστηση από καλαμιώνες και βούρλα
  2. (μεταφορικά) η ακινησία, η στασιμότητα, η έλλειψη εξέλιξης και δημιουργικής πνοής

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία