Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

βάλτε αρσενικό

  1. βάλτος, στην κλητική του ενικού

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

βάλτε

  1. β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βάζω