Δείτε επίσης: βάλτος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βαλτός η βαλτή το βαλτό
      γενική του βαλτού της βαλτής του βαλτού
    αιτιατική τον βαλτό τη βαλτή το βαλτό
     κλητική βαλτέ βαλτή βαλτό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βαλτοί οι βαλτές τα βαλτά
      γενική των βαλτών των βαλτών των βαλτών
    αιτιατική τους βαλτούς τις βαλτές τα βαλτά
     κλητική βαλτοί βαλτές βαλτά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαλτός < βάζω + -τός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βαλτός, -ή, -ό

  1. που τον έχουν βάλει, που βάλθηκε, που είναι βαλμένος
  2. (ειδικότερα) που έχει εισχωρήσει, μετά από εντολή άλλων, σε μια ομάδα ατόμων παριστάνοντας τον ομοϊδεάτη τους, είτε για να τους παρακολουθεί είτε για να τους υποκινεί ή παρακινεί να κάνουν ενέργειες που, κανονικά, δεν θα έκαναν
    τελικά ήταν βαλτός από τους γονείς μας για να μην πάμε στις διακοπές στα νησιά, αλλά να πάμε μαζί τους στο χωριό
  3. (οικείο) που προσπαθεί επίμονα και με διάφορες δικαιολογίες και πλάγιους τρόπους να πετύχει κάτι στο οποίο δε συμφωνούν οι άλλοι
    αυτός είναι βαλτός να μας γυρίσει πίσω, επιμένει ακόμα ότι τον πονάει η κοιλιά του

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • βαλτός είσαι;: (οικείο) λέγεται όταν κάποιος μας εκνευρίζει κάνοντας ή λέγοντας πράγματα που είναι φανερό ότι είναι αντίθετα με τα συμφέροντά μας.
    Συνώνυμα επίτηδες το κάνεις;

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία