Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ασβεστοκονίαμα τα ασβεστοκονιάματα
      γενική του ασβεστοκονιάματος των ασβεστοκονιαμάτων
    αιτιατική το ασβεστοκονίαμα τα ασβεστοκονιάματα
     κλητική ασβεστοκονίαμα ασβεστοκονιάματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασβεστοκονίαμα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ασβεστοκονίαμα ουδέτερο

  1. μείγμα από ασβέστη, άμμο και νερό, σε αναλογία 1 προς 2 ή 3, που χρησιμοποιείται στην οικοδομική ως συνδετικό υλικό και για επίχριση των επιφανειών των τοίχων (σοβάτισμα).


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία