Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική λῆμμα λήμματε λήμματα
Γενική λήμματος λημμάτοιν λημμάτων
Δοτική λήμματι λημμάτοιν λήμμασι
Αιτιατική λῆμμα λήμματε λήμματα
Κλητική λῆμμα λήμματε λήμματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λῆμμα < λαμβάνω (θέμα: ληβ-) + -μα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λῆμμα ουδέτερο

  1. οτιδήποτε λαμβάνει κάποιος
  2. εισόδημα
  3. αποδοχές
  4. κέρδος, ωφέλεια
    Συνώνυμα: (λατινικά) lucrum
  5. επιχείρημα, προκείμενη συλλογισμού
  6. (ελληνιστική κοινή) θέμα επιγράμματος

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία