Δείτε επίσης: λῆμμα, λῆμα, λίμα, Λίμα, λύμα, λήμμα

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική λεῖμμα λείμματε λείμματα
Γενική λείμματος λειμμάτοιν λειμμάτων
Δοτική λείμματι λειμμάτοιν λείμμασι
Αιτιατική λεῖμμα λείμματε λείμματα
Κλητική λεῖμμα λείμματε λείμματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λεῖμμα < λείπω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λεῖμμα ουδέτερο