Δείτε επίσης: λῆμμα, λῆμα, λίμα, Λίμα, λύμα, λεῖμμα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λήμμα τα λήμματα
      γενική του λήμματος των λημμάτων
    αιτιατική το λήμμα τα λήμματα
     κλητική λήμμα λήμματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λήμμα < ελληνιστική κοινή λῆμμα < αρχαία ελληνική λῆμμα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈli.ma/
ομόηχα: λίμα, Λίμα, λύμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λήμμα ουδέτερο

  1. (λεξικογραφία) καταχώρηση, άρθρο που υπάρχει αλφαβητικά καταχωρισμένο σε ένα λεξικό ή εγκυκλοπαίδεια
    Το Βικιλεξικό έχει πάνω από 80.000 λήμματα στην ελληνική γλώσσα.
  2. (λογική) πρόταση που θεωρείται αληθής και χρησιμοποιείται σε ένα συλλογισμό για να αποδειχθεί η αλήθεια ενός συμπεράσματος

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

λογικήΕπεξεργασία

αγγλικά : posit (en)