Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αναλημματικός η αναλημματική το αναλημματικό
      γενική του αναλημματικού της αναλημματικής του αναλημματικού
    αιτιατική τον αναλημματικό την αναλημματική το αναλημματικό
     κλητική αναλημματικέ αναλημματική αναλημματικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αναλημματικοί οι αναλημματικές τα αναλημματικά
      γενική των αναλημματικών των αναλημματικών των αναλημματικών
    αιτιατική τους αναλημματικούς τις αναλημματικές τα αναλημματικά
     κλητική αναλημματικοί αναλημματικές αναλημματικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναλημματικός < ανάλημμα + -ικός < (ελληνιστική κοινήἀνάλημμα < αρχαία ελληνική ἀναλαμβάνω < λαμβάνω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αναλημματικός, -ή, -ό

  • που έχει σχέση με ανάλημμα, αναφέρεται σ’ αυτό ή μοιάζει μ’ αυτό
    Σ’ αυτή τη φάση θα αποκατασταθούν οι περίτεχνοι αναλημματικοί τοίχοι του θεάτρου και των παρόδων, η ορχήστρα και οι πέντε πρώτες σειρές εδωλίων. (*)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία