Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ψευδοδίλημμα τα ψευδοδιλήμματα
      γενική του ψευδοδιλήμματος των ψευδοδιλημμάτων
    αιτιατική το ψευδοδίλημμα τα ψευδοδιλήμματα
     κλητική ψευδοδίλημμα ψευδοδιλήμματα
όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψευδοδίλημμα < ψευδο- + δίλημμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψευδοδίλημμα ουδέτερο και ψευτοδίλημμα

  1. ένα φαινομενικό δίλημμα που φέρνει το άτομο σε δύσκολη θέση, ενώ στην πραγματικότητα υπάρχει ρεαλιστικά μόνον μια επιλογή και κατά συνέπεια το δίλημμα είναι ανυπόστατο
  2. όταν το άτομο αντιμετωπίζει δύο εξίσου αποτρόπαιες προοπτικές και κατά συνέπεια δεν τίθεται ζήτημα επιλογής του καλύτερου (π.χ. τη Σκύλα ή τη Χάρυβδη)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία