Δείτε επίσης: λῆμμα, λεῖμμα, λήμμα, λίμα, Λίμα, λύμα

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική λῆμα λήματε λήματα
Γενική λήματος λημάτοιν λημάτων
Δοτική λήματι λημάτοιν λήμασι
Αιτιατική λῆμα λήματε λήματα
Κλητική λῆμα λήματε λήματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λῆμα < λάω / λῶ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λῆμα ουδέτερο

  1. θέληση, επιθυμία
  2. σκέψη
  3. απόφαση
  4. διάθεση
  5. αποφασιστικότητα, θάρρος
  6. αλαζονεία, θράσος