Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ῥεῦμα < ῥέω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ῥεῦμα ουδέτερο

  1. αυτό που ρέει, κυλάει
  2. το ρέμα του ποταμού
  3. (μεταφορικά) πλημμύρα, ροή μεγάλου αριθμού ομοειδών, π.χ. ανθρώπων κ.λπ.
    • ῥεῦμα Περσικοῦ στρατοῦ / ῥεύματα ἐπῶν
  4. αυτό που μονίμως αλλάζει, που παρουσιάζει σταθερά διακυμάνσεις
    • τὸ τῆς τύχης ῥεῦμα μεταπίπτει ταχύ
  5. (ιατρική) εκκρίσεις του οργανισμού
    • κόρυζα ἐγγένηται καὶ ῥεῦμα κινηθῇ διὰ τῶν ῥινῶν (Ιπποκράτης, Περί Αρχαίης Ιητρικής, 18)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία