Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

nut (en)

  1. το καρύδι
  2. (πληθυντικός) οι ξηροί καρποί
  3. (οικείο) ο χαζός, ο παλαβός