Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παλαβός < παλάβρα

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

παλαβός, -ή, -ό

  1. τρελός, ανισόρροπος
  2. που κάνει τρέλες, που δεν είναι σοβαρός στη συμπεριφορά του

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • είναι τρελός και παλαβός για κάποιαν: την θέλει πολύ, είναι πολύ ερωτευμένος μαζί της
  • κάνω την παλαβή: προσποιούμαι ότι δεν με ενδιαφέρει κάτι προσπαθώντας να μην υποβληθώ σε ένα κόπο
  • κάνει τα παλαβά του: κάνει παλαβωμάρες


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία