Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

idiot < μέση αγγλική idiote < λατινική idiota < αρχαία ελληνική ἰδιώτης < αρχαία ελληνική ἴδιος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

idiot (en)

  1. ο χαζός άνθρωπος, ο ηλίθιος
  2. (παρωχημένο) ιδιώτης, κάποιος με σοβαρή διανοητική καθυστέρηση



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

idiot < λατινική idiota < ἰδιώτης

  ΠροφοράΕπεξεργασία

idiot 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

idiot (fr)

Mais quel idiot ! : μα τι χαζός άνθρωπος !

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

idiotie