Αγγλικά (en) Edit

  ΟυσιαστικόEdit

idiot (en)

  1. ο χαζός άνθρωπος, ο ηλίθιος
  2. (παρωχημένο) ιδιώτης, κάποιος με σοβαρή διανοητική καθυστέρηση



Γαλλικά (fr) Edit

  Ετυμολογία Edit

idiot < λατινική idiota < ἰδιώτης

  ΠροφοράEdit

idiot 

  ΟυσιαστικόEdit

idiot (fr)

Mais quel idiot ! : μα τι χαζός άνθρωπος !

Συγγενικές λέξειςEdit

idiotie