Δείτε επίσης: ιδιώτης

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ἰδιώτης ἰδιώτα ἰδιῶται
Γενική ἰδιώτου ἰδιώταιν ἰδιωτῶν
Δοτική ἰδιώτ ἰδιώταιν ἰδιώταις
Αιτιατική ἰδιώτην ἰδιώτα ἰδιώτας
Κλητική ἰδιῶτα ἰδιώτα ἰδιῶται

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἰδιώτης < ἴδι(ος) + -ώτης. Δείτε και το συγγενικό λατινικό idiota (αδαής}

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἰδιώτης αρσενικό

  1. το άτομο, ο ιδιώτης (σε αντίθεση με την πόλη, το γένος, τη φυλή)
  2. ο ιδιώτης, αυτός που δεν ασκεί κάποιο δημόσιο αξίωμα
  3. ο απλός άνθρωπος του λαού
  4. αυτός που δεν έχει επαγγελματική γνώση σε έναν τομέα
  5. αυτός που δεν έχει εμπειρία ή ικανότητες σε έναν τομέα
  6. (ως επίθετο) ιδιωτικός
  7. και με τη σημασία του αδαούς, όπως στα λατινικά: αμαθής, ευτελής, ηλίθιος [1]

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία