Αγγλικά (en) Edit

  Ετυμολογία Edit

penis < λατινική penis < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pes

  ΟυσιαστικόEdit

penis (en)

ΣυνώνυμαEdit

Συγγενικές λέξειςEdit

ΣύνθεταEdit

Τουρκικά (tr) Edit

  Ετυμολογία Edit

penis < λατινική penis

  ΟυσιαστικόEdit

penis (tr)

  1. το πέος

ΚλίσηEdit