Δείτε επίσης: -πουλος, Πούλος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πούλος οι πούλοι
      γενική του πούλου των πούλων
    αιτιατική τον πούλο τους πούλους
     κλητική πούλε πούλοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πούλος < μεσαιωνική ελληνική ποῦλος / ποῦλλος < λατινική pullus < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *polH- (νεοσσός). Μεγεθυντικό της λέξης πουλί.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πούλος αρσενικό

  1. (-πουλος) β´ συνθετικό σε κάθε είδους υποκοριστικά (αετό-πουλο, αρχοντό-πουλο) καθώς και σε επώνυμα (Ανδρεό-πουλος, Γεωργό-πουλος),
  2. (χυδαίο) το πέος, το αντρικό γεννητικό όργανο
  3. (παρωχημένο) (λαϊκότροπο) το πτηνό, η πουλάδα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • τον πούλο: φύγε, παράτα μας, άντε γαμήσου (συντάσσεται συχνά με το ρήμα παίρνω)
  • στον πούλο μου!: δεν με ενδιαφέρει, δεν με νοιάζει· παράτα με ήσυχο!

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία