Δείτε επίσης: πούλος

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-πουλος < λατινική pullus (μικρό ζώου)

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-πουλος

  • κατάληξη επωνύμων, κυρίως της Πελοποννήσου αλλά και του Πόντου και της Μικράς Ασίας, που αρχικά δήλωνε τον γιο κάποιου
    π.χ. Πετρόπουλος: αρχική σημασία, ο γιος του Πέτρου
    π.χ. Παπαγεωργόπουλος: αρχική σημασία, ο γιος του παπα-Γεώργη
  • στο ουδέτερο και θηλυκό κατάληξη που δηλώνει συγγένεια (γιού ή κόρης προς πατέρα) αλλά και υποκοριστικό
    π.χ. μαστορόπουλο (ίσως γιος του μάστορα, ίσως και απλώς ο μαθητευόμενος)
    π.χ. αρχοντόπουλο, πριγκιπόπουλο, πριγκιποπούλα