Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συγγένεια συγγένειες
γενική συγγένειας συγγενειών
αιτιατική συγγένεια συγγένειες
κλητική συγγένεια συγγένειες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συγγένεια < από το αρχαίο συγγένεια. < Από το συγγενής < συν + γένος.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συγγένεια θηλυκό

Ο γάμος μεταξύ ατόμων που συνδέονται με συγγένεια πρώτου και δευτέρου βαθμού απαγορεύεται.
Πολλοί ιστορικοί της τέχνης διακρίνουν μία συγγένεια ανάμεσα στην τεχνοτροπία των κυκλαδικών ειδωλίων και τη μοντέρνα τέχνη.

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία