Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

relationship (en)

  1. η σχέση
  2. η συγγένεια
  3. (βάσεις δεδομένων), (σχεσιακές βάσεις δεδομένων) η σχέση, η συσχέτιση μεταξύ των γραμμών διαφορετικών πινάκων.
    συνώνυμο : relation
    πολυλεκτικοί όροι : entity-relationship diagram ή entity-relationship model
    υπώνυμα : many-to-many, many-to-one, one-to-many, one-to-one

κατάλληλες προθέσειςΕπεξεργασία

  • relationship with: αμφίδρομη εξέταση της σχέσης
  • A's relationship to B: εξέταση της σχέσης από την οπτική του A

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία