Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φαλλί < φαλλός + πουλί

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φαλλί ουδέτερο

  1. (λαϊκότροπο) ο φαλλός

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία