Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρέφομαι < παθητική φωνή του ρήματος τρέφω

  ΡήμαΕπεξεργασία

τρέφομαι, πρτ.: τρεφόμουν, στ.μέλλ.: θα τραφώ, αόρ.: τράφηκα, μτχ.π.π.: θρεμμένος

  1. λαμβάνω τροφή, τρώω
    το παιδί αυτό δεν τρέφεται σωστά
  2. τρέφομαι με: λαμβάνω μια συγκεκριμένου είδους τροφή
    το πρόβατο τρέφεται με χόρτα

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία