Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διατροφή οι διατροφές
      γενική της διατροφής των διατροφών
    αιτιατική τη διατροφή τις διατροφές
     κλητική διατροφή διατροφές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διατροφή < αρχαία ελληνική διατροφή < διατρέφω < διά + τρέφω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διατροφή θηλυκό

  1. η ενέργεια του να διατρέφεις κάποιο άνθρωπο ή ζώο
    ο ιπποκόμος ασχολείται και με την διατροφή των αλόγων
  2. το σύνολο ή ο συνδυασμός των τροφών που λαμβάνει κάποιος σε σταθερή βάση
    μεσογειακή διατροφή
  3. χρηματικό ποσό που καταβάλλεται σε μηνιαία βάση από τον ένα σύζυγο στον άλλο για την κάλυψη μέρους των εξόδων του καθώς και των παιδιών σε περίπτωση διαζυγίου ή διάστασης

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία