Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εγκυμοσύνη < αρχαία ελληνική ἐγκύμων + -οσύνη

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛŋ.ɟi.mɔ.ˈsi.ni/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εγκυμοσύνη θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία