Δείτε επίσης: ένζυμος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ένζυμο τα ένζυμα
      γενική του ενζύμου των ενζύμων
    αιτιατική το ένζυμο τα ένζυμα
     κλητική ένζυμο ένζυμα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ένζυμο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Εnzym < αρχαία ελληνική ἔν + ζύμη

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɛn.zi.mɔ/
Audio 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ένζυμο ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία