Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο νταβατζής οι νταβατζήδες
      γενική του νταβατζή των νταβατζήδων
    αιτιατική τον νταβατζή τους νταβατζήδες
     κλητική νταβατζή νταβατζήδες
όπως «μπαλωματής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νταβατζής < τουρκική davacı (συνήγορος, υπερασπιστής) < dava (δίκη)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νταβατζής αρσενικό και νταβάς, ντάβα

  1. αυτός που διευθύνει έναν οίκο ανοχής
  2. ο προστάτης και εκμεταλλευτής ιεροδούλων
  3. ο αγαπητικός ιεροδούλων
  4. ο προαγωγός, ο μαστροπός

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία