Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική κατεργάρης κατεργάρα κατεργάρικο
γενική κατεργάρη κατεργάρας κατεργάρικου
αιτιατική κατεργάρη κατεργάρα κατεργάρικο
κλητική κατεργάρη κατεργάρα κατεργάρικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κατεργάρηδες κατεργάρες κατεργάρικα
γενική κατεργάρηδων κατεργάρικων
αιτιατική κατεργάρηδες κατεργάρες κατεργάρικα
κλητική κατεργάρηδες κατεργάρες κατεργάρικα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατεργάρης < μεσαιωνικό ουσιαστικό για τους καταδίκους που ως καταναγκαστικό έργο εκτελουσαν κωπηλασία σε μεγάλα πλοία) < κάτεργον (το μεγάλο πλοίο, η γαλέρα) < από την ελληνιστική κάτεργος (επεξεργασμένος)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.tɛɾ.ˈɣa.ɾis/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κατεργάρης -α -ικο (πληθ. και κατεργαραίοι)

  • πανούργος, έξυπνος
  • κατεργάρα γυναίκα, κατεργάρικο αγόρι
  • πονηρός, παμπόνηρος

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • κάθε κατεργάρης στον πάγκο του (: ο καθένας στη δυσάρεστη θέση που του ανήκει, από τη μεσαιωνική συνήθεια οι κατάδικοι να τραβούν κουπί υποχρεωτικά στις γαλέρες και να καλούνται να κάτσουν στους πάγκους τους για να πιάσουν "δουλειά")

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κατεργάρης, κατεργάρα

  1. ο πονηρός άνθρωπος, που κάνει σκανδαλιές
    Ο Κώστας είναι μεγάλος κατεργάρης

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.tɛɾ.ˈɣa.ɾis/


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία