Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μηνυτής οι μηνυτές
      γενική του μηνυτή των μηνυτών
    αιτιατική τον μηνυτή τους μηνυτές
     κλητική μηνυτή μηνυτές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μηνυτής < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μηνυτής αρσενικό(θηλυκό μηνύτρια)

  1. εκείνος ο οποίος υποβάλλει μήνυση εναντίον κάποιου άλλου, ο ενάγων.


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία