Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο διεκδικητής οι διεκδικητές
      γενική του διεκδικητή των διεκδικητών
    αιτιατική τον διεκδικητή τους διεκδικητές
     κλητική διεκδικητή διεκδικητές
Κατηγορία όπως «νικητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διεκδικητής < διεκδικώ + -τής

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διεκδικητής αρσενικό (θηλυκό: διεκδικήτρια)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διεκδικητής < (διεκδικῶ) διεκδικη- + -τής

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διεκδικητής αρσενικό