Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διεκδικώ < ελληνιστική κοινή διεκδικέω / διεκδικῶ < δι- + ἐκδικέω < αρχαία ελληνική δίκη (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική revendiquer)

  ΡήμαΕπεξεργασία

διεκδικώ, πρτ.: διεκδικούσα, στ.μέλλ.: θα διεκδικήσω, αόρ.: διεκδίκησα, παθ.φωνή: διεκδικούμαι

  1. ζητώ να μου αναγνωριστεί η κυριότητα ενός αγαθού, η οποία αμφισβητείται από άλλους, και ασκώ νομικά μέσα προκειμένου να το επιτύχω
  2. επιδιώκω να μου αποδοθεί κάτι επειδή το θεωρώ δίκαιο ή το αξίζω
  3. ανταγωνίζομαι με άλλους και προσπαθώ να κερδίσω έναν τίτλο, αξίωμα κλπ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία