Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο προαγωγός οι προαγωγοί
      γενική του προαγωγού των προαγωγών
    αιτιατική τον προαγωγό τους προαγωγούς
     κλητική προαγωγέ προαγωγοί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προαγωγός < αρχαία ελληνική προαγωγός < προάγω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προαγωγός αρσενικό ή θηλυκό

  1. που προάγει κάτι, συμβάλλει στην ανάπτυξή του, το οδηγεί σε ένα ανώτερο στάδιο
    η πόλη μας ήταν προαγωγός του πολιτισμού
  2. που προάγει γυναίκες στην πορνεία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία