Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νταβατζιλίκι < νταβατζής

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νταβατζιλίκι ουδέτερο

  1. η ασχολία και οι πρακτικές του νταβατζή
  2. οποιαδήποτε πρακτική μοιάζει να μιμείται στις κοινωνικές σχέσεις την ιδιότυπη σχέση "προστασίας" μεταξύ προαγωγού-προστάτη και πόρνης, η καλλιέργεια των πελατειακών σχέσεων εκ μέρους των ισχυρών προκειμένου αυτοί να εδραιώσουν τη θέση τους

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία