Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-λίκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική -lik, επίθημα τουρκικών ουσιαστικών + [1]
-ι-λίκι < από τουρκικά ουσιαστικά με θεματικό φωνήεν [i]
-ιλίκι επέκταση χρήσης σε μη τουρκογενή ουσιαστικά

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-ιλίκι ή -λίκι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία