Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπεκριλίκι < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μπεκριλίκι ουδέτερο

  1. το να είναι κάποιος συχνά μεθυσμένος
  2. η άμετρη κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία