Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική πελατειακός πελατειακή πελατειακό
γενική πελατειακού πελατειακής πελατειακού
αιτιατική πελατειακό πελατειακή πελατειακό
κλητική πελατειακέ πελατειακή πελατειακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πελατειακοί πελατειακές πελατειακά
γενική πελατειακών πελατειακών πελατειακών
αιτιατική πελατειακούς πελατειακές πελατειακά
κλητική πελατειακοί πελατειακές πελατειακά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πελατειακός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πελατειακός, -ή, -ό

  1. σχετικός με την πελατεία ή με τον πελάτη
  2. (πολιτική) που αποσκοπεί στην αύξηση της επιρροής κάποιου χάρη σε δημαγωγικά μέσα ή την διανομή προνομίων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία