Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μέτοικος οι μέτοικοι
      γενική του μετοίκου
& μέτοικου
των μετοίκων
& μέτοικων
    αιτιατική τον μέτοικο τους μετοίκους
& μέτοικους
     κλητική μέτοικε μέτοικοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μέτοικος < αρχαία ελληνική μέτοικος < μετά + οἶκος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μέτοικος αρσενικό

  1. (ιστορία) ο κάτοικος της Αρχαίας Αθήνας που καταγόταν από άλλη πόλη και δεν είχε πλήρη πολιτικά δικαιώματα
  2. μετανάστης

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία