Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική φυλασσόμενος φυλασσόμενη/
φυλασσομένη
φυλασσόμενο
γενική φυλασσόμενου/
φυλασσομένου
φυλασσόμενης/
φυλασσομένης
φυλασσόμενου/
φυλασσομένου
αιτιατική φυλασσόμενο φυλασσόμενη/
φυλασσομένη
φυλασσόμενο
κλητική φυλασσόμενε φυλασσόμενη/
φυλασσομένη
φυλασσόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φυλασσόμενοι φυλασσόμενες φυλασσόμενα
γενική φυλασσόμενων/
φυλασσομένων
φυλασσόμενων/
φυλασσομένων
φυλασσόμενων/
φυλασσομένων
αιτιατική φυλασσόμενους φυλασσόμενες φυλασσόμενα
κλητική φυλασσόμενοι φυλασσόμενες φυλασσόμενα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φυλασσόμενος < μετοχή μεσοπαθητικού ενεστώτα του ρήματος φυλάσσομαι

  ΜετοχήΕπεξεργασία

φυλασσόμενος, η, ο

  • που προστατεύεται ως κάτι που είναι πολύτιμο ή ενέχει κινδύνους ή κινδυνεύει το ίδιο
  • Τα φυλασσόμενα είδη
  • Ο φυλασσόμενος χώρος
  • Η φυλασσόμενη διάβαση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία