Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ φυλακτήριον τὰ φυλακτήρι
      γενική τοῦ φυλακτηρίου τῶν φυλακτηρίων
      δοτική τῷ φυλακτηρί τοῖς φυλακτηρίοις
    αιτιατική τὸ φυλακτήριον τὰ φυλακτήρι
     κλητική ! φυλακτήριον φυλακτήρι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  φυλακτηρίω
γεν-δοτ τοῖν  φυλακτηρίοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φυλακτήριον < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φυλακτήριον ουδέτερο

  1. φρούριο, κάστρο
  2. μέσο διατήρησης ασφάλειας

  ΠηγέςΕπεξεργασία