Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκοπώ < αρχαία ελληνική σκοπέω - σκοπῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

σκοπώ

  1. έχω σκοπώ, σχεδιάζω, θέτω στόχο, με τη χρήση του στη νεοελληνική να περιορίζεται σε μετοχές και σε σύνθετες μορφές
    Θεωρήθηκε σκοπούμενη βλάβη (για εγκλήματα ή πλημμελήματα από πρόθεση)

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία